Ghosting: Η πιο βολική δειλία της εποχής μας
Κάποτε οι άνθρωποι είχαν το θάρρος να πουν ένα «δεν θέλω άλλο». Δεν ήταν ευχάριστο, αλλά τουλάχιστον ήταν τίμιο. Σήμερα; Αρκεί ένα "seen", μια μπλε ένδειξη ή, ακόμα καλύτερα, απόλυτη σιωπή. Και κάπως έτσι γεννήθηκε το ghosting. Η τέχνη του να εξαφανίζεσαι χωρίς εξηγήσεις, λες και σε κατάπιε η γη.
Το παράδοξο είναι ότι ζούμε στην εποχή όπου η επικοινωνία δεν ήταν ποτέ πιο εύκολη. Ένα μήνυμα χρειάζεται λίγα δευτερόλεπτα. Κι όμως, για πολλούς αυτό μοιάζει πιο δύσκολο από το να εξαφανιστούν εντελώς.
Το ghosting δεν είναι μυστήριο. Δεν είναι παιχνίδι στρατηγικής. Και σίγουρα δεν είναι ένδειξη ότι ο άλλος «φοβήθηκε επειδή σε ήθελε πολύ». Αυτές είναι ιστορίες που λέμε στον εαυτό μας για να πονάμε λίγο λιγότερο.
Στις περισσότερες περιπτώσεις, είναι απλώς η επιλογή της εύκολης εξόδου. Όταν κάποιος δεν θέλει να αναλάβει την ευθύνη μιας δύσκολης συζήτησης, επιλέγει τη σιωπή. Αφήνει τον άλλον να αναρωτιέται: «Έκανα κάτι;», «Μήπως φταίω;», «Θα ξαναστείλει;» Και όσο εκείνος συνεχίζει τη ζωή του, κάποιος άλλος μένει να ψάχνει απαντήσεις που πιθανότατα δεν θα έρθουν ποτέ.
Το πιο ειρωνικό; Οι ίδιοι άνθρωποι που εξαφανίζονται χωρίς λέξη είναι συχνά εκείνοι που παραπονιούνται ότι «δεν υπάρχουν ειλικρινείς άνθρωποι». Λες και η ειλικρίνεια είναι υπηρεσία που δικαιούμαστε μόνο όταν μας βολεύει.
Ας είμαστε όμως δίκαιοι. Δεν εξαφανίζονται όλοι από κακία. Μερικοί δεν ξέρουν πώς να διαχειριστούν τη σύγκρουση. Άλλοι φοβούνται την αντίδραση. Κάποιοι απλώς δεν έχουν μάθει να λένε «όχι». Αυτό δεν κάνει το ghosting λιγότερο επώδυνο, αλλά μας θυμίζει ότι πίσω από μια κακή συμπεριφορά μπορεί να υπάρχει και ανωριμότητα, όχι απαραίτητα κακή πρόθεση.
Και τώρα μια ερώτηση: Αν κάποιος δεν μπορεί να αφιερώσει τριάντα δευτερόλεπτα για να σου γράψει ένα αξιοπρεπές «δεν προχωράω άλλο», αξίζει πραγματικά να του αφιερώσεις εβδομάδες από τη σκέψη σου;
Η απάντηση ίσως είναι πιο απλή απ' όσο θέλουμε να παραδεχτούμε.
Το ghosting λέει περισσότερα για εκείνον που φεύγει σιωπηλά παρά για εκείνον που μένει πίσω. Γιατί ο χαρακτήρας φαίνεται κυρίως στον τρόπο που κλείνεις μια πόρτα, όχι μόνο στον τρόπο που την ανοίγεις.
Κι επειδή η Κακιότατη δεν χαϊδεύει αυτιά, θα το πω απλά: η ευγένεια δεν είναι παλιομοδίτικη. Το θάρρος δεν είναι ξεπερασμένο. Και ένα ειλικρινές «δεν συνεχίζω» αξίζει πάντα περισσότερο από μια εξαφάνιση χωρίς ίχνος.
Μπορεί να μην είναι η απάντηση που θέλει να ακούσει κάποιος. Είναι όμως η απάντηση που του αξίζει.


