Facebook Instagram Youtube Tiktok
Radio Book Station
LIVE
Η Evelyn γράφει

Ξέρεις τι πονάει περισσότερο από τα λόγια;

Ξέρεις τι πονάει περισσότερο από τα λόγια;

Υπάρχουν λέξεις που πονάνε.

Λέξεις που ειπώθηκαν πάνω σε θυμό. Λέξεις που δεν έπρεπε να ειπωθούν ποτέ. Λέξεις που έμειναν μέσα μας για χρόνια, γιατί κάποιος τις πέταξε κάποτε απρόσεκτα και έφυγε, χωρίς να ξέρει τι άφησε πίσω του.

Αλλά ξέρεις τι πονάει μερικές φορές περισσότερο από τα λόγια;

Η σιωπή.

Εκείνη η σιωπή που δεν φωνάζει.
Δεν ικετεύει.
Δεν παρακαλάει.
Δεν ζητάει εξηγήσεις.

Απλώς… υπάρχει.

Και ίσως γι’ αυτό είναι τόσο τρομακτική.

Γιατί όσο κάποιος σου μιλάει, ακόμη κι αν θυμώνει, ακόμη κι αν κλαίει, ακόμη κι αν σου λέει «με πλήγωσες», υπάρχει κάτι ανάμεσά σας. Μια κλωστή επικοινωνίας. Μια προσπάθεια. Μια ανάγκη να ακουστεί, να εξηγήσει, να καταλάβει ή να τον καταλάβεις.

Όταν όμως έρχεται η πραγματική σιωπή, τα πράγματα αλλάζουν.

Δεν είναι πάντα αδιαφορία η σιωπή.

Μερικές φορές είναι εξάντληση.

Είναι εκείνο το σημείο όπου ένας άνθρωπος έχει εξηγήσει τόσες φορές τι τον πονάει, που δεν έχει πια κουράγιο να το εξηγήσει άλλη μία.

Έχει πει «μην το κάνεις».

Έχει πει «αυτό με πληγώνει».

Έχει πει «σε χρειάζομαι».

Έχει ρωτήσει «γιατί;».

Έχει περιμένει.

Έχει συγχωρήσει.

Έχει επιστρέψει.

Και κάποια στιγμή… σταματά.

Όχι επειδή δεν αισθάνεται.

Αλλά επειδή αισθάνθηκε πάρα πολύ.

Υπάρχει μια τεράστια διαφορά ανάμεσα στη σιωπή εκείνου που δεν νοιάστηκε ποτέ και στη σιωπή εκείνου που κάποτε νοιάστηκε περισσότερο απ’ όσο άντεχε.

Η δεύτερη δεν έρχεται ξαφνικά.

Χτίζεται.

Λίγο λίγο.

Με κάθε απογοήτευση. Με κάθε υπόσχεση που δεν κρατήθηκε. Με κάθε «θα αλλάξω» που έμεινε λέξη. Με κάθε βράδυ που περίμενε ένα μήνυμα. Με κάθε φορά που κατάπιε αυτό που ήθελε να πει για να μη γίνει καβγάς. Με κάθε φορά που προσπάθησε να δικαιολογήσει έναν άνθρωπο μέσα του.

Μέχρι που κάποια μέρα δεν υπάρχει τίποτα άλλο να ειπωθεί.

Και τότε έρχεται η σιωπή.

Όχι η θυμωμένη σιωπή που περιμένει να την κυνηγήσεις.

Όχι εκείνη που κρύβει από πίσω της ένα «έλα, ρώτησέ με τι έχω».

Μιλάω για την άλλη.

Την ήρεμη.

Εκείνη που δεν απαιτεί τίποτα πια.

Δεν ζητάει συγγνώμη.

Δεν περιμένει μήνυμα.

Δεν κοιτάζει συνέχεια το κινητό.

Δεν αναρωτιέται πού είσαι.

Δεν ψάχνει τρόπους να σώσει αυτό που κάποτε φοβόταν τόσο πολύ να χάσει.

Αυτή είναι η σιωπή που πονάει περισσότερο.

Γιατί συνήθως σημαίνει πως κάτι μέσα στον άλλον έχει ήδη τελειώσει.

Και το παράξενο είναι ότι οι άνθρωποι πολλές φορές φοβόμαστε τις φωνές. Τους καβγάδες. Τα δάκρυα. Τις μεγάλες κουβέντες.

Κι όμως, ίσως θα έπρεπε να φοβόμαστε περισσότερο εκείνη τη στιγμή που ο άνθρωπός μας σταματά να διαμαρτύρεται.

Γιατί η διαμαρτυρία πολλές φορές σημαίνει ακόμη ενδιαφέρον.

«Θύμωσα μαζί σου» μπορεί να σημαίνει «με νοιάζει αυτό που κάνεις».

«Με πλήγωσες» μπορεί να σημαίνει «η θέση σου στη ζωή μου είναι αρκετά σημαντική ώστε να μπορείς να με πονέσεις».

«Θέλω να μιλήσουμε» σημαίνει «πιστεύω ακόμη ότι υπάρχει κάτι να σωθεί».

Αλλά το «δεν έχω τίποτα άλλο να πω;»

Αυτό είναι διαφορετικό.

Υπάρχουν άνθρωποι που φεύγουν κλείνοντας πόρτες με δύναμη.

Και υπάρχουν άνθρωποι που φεύγουν αθόρυβα.

Οι δεύτεροι είναι εκείνοι που πολλές φορές δεν καταλαβαίνεις καν πότε τους έχασες.

Γιατί μπορεί να βρίσκονται ακόμη δίπλα σου.

Να σου μιλούν.

Να χαμογελούν.

Να απαντούν «καλά είμαι».

Κι όμως μέσα τους να έχουν ήδη κάνει πολλά βήματα προς την έξοδο.

Η απόσταση δεν αρχίζει πάντα όταν κάποιος μαζεύει μια βαλίτσα.

Μερικές φορές αρχίζει όταν σταματά να σου λέει τι τον ενοχλεί.

Όταν σταματά να περιμένει.

Όταν σταματά να ζητά.

Όταν σταματά να ελπίζει ότι αυτή τη φορά θα είναι διαφορετικά.

Και τότε καταλαβαίνεις κάτι που ίσως έπρεπε να είχες καταλάβει νωρίτερα:

Το αντίθετο της αγάπης δεν είναι πάντα το μίσος. Μερικές φορές είναι η απουσία ανάγκης να ειπωθεί οτιδήποτε.

Γι’ αυτό να ακούς τους ανθρώπους όσο ακόμη μιλούν.

Να ακούς ακόμη και τα παράπονά τους.

Όχι γιατί έχουν πάντα δίκιο. Όχι γιατί πρέπει να αποδέχεσαι τα πάντα. Αλλά γιατί πίσω από ένα παράπονο μπορεί να κρύβεται ένας άνθρωπος που προσπαθεί ακόμη να κρατήσει ανοιχτή μια πόρτα ανάμεσά σας.

Και αν κάποτε συναντήσεις εκείνη τη βαθιά, παράξενη σιωπή από έναν άνθρωπο που κάποτε σου έλεγε τα πάντα, μην είσαι τόσο σίγουρος ότι «του πέρασε».

Μπορεί απλώς να κουράστηκε να πονάει δυνατά.

Και αποφάσισε να πονέσει σιωπηλά μέχρι να μην πονάει καθόλου.

Γιατί κάποιες σιωπές δεν είναι τιμωρία.

Δεν είναι παιχνίδι.

Δεν είναι χειρισμός.

Είναι το τελευταίο στάδιο μιας μεγάλης κούρασης.

Και κάποτε, μέσα σε αυτή τη σιωπή, συμβαίνει κάτι σχεδόν ανεπαίσθητο:

Ο άνθρωπος που κάποτε σε παρακαλούσε να μείνεις, μαθαίνει να ζει χωρίς εσένα.

Ο άνθρωπος που περίμενε μια λέξη σου, σταματά να την περιμένει.

Ο άνθρωπος που φοβόταν να σε χάσει, ανακαλύπτει ότι επέζησε από την απουσία σου.

Και τότε η σιωπή παύει να πονάει εκείνον.

Και αρχίζει, ίσως, να πονάει εσένα.

Evelyn 

για το
Radio Book Station

Κοινοποιήστε: